σαλτάρισμα

το, Ν [σαλτάρω]
1. τίναγμα τού σώματος σε απόσταση, συνήθως για την αποφυγή ενός εμποδίου, πήδημα, άλμα
2. μτφ. τρέλα, απώλεια τού λογικού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλτάρισμα — το, ατος πήδημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάλτο — το, Ν 1. άλμα, πήδημα, σαλτάρισμα 2. φρ. «σάλτο μορτάλε» α) επικίνδυνη ακροβατική επίδειξη σε τσίρκο β) συνεκδ. παράτολμη και επικίνδυνη ενέργεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. salto «πήδημα» < λατ. saltus «άλμα» < λατ. salio «πηδώ»] …   Dictionary of Greek

  • τίναγμα — το, ατος 1. κλονισμός, ξετίναγμα, τράνταγμα: Ένιωσα τίναγμα με το σεισμό. 2. ξεσκόνισμα: Τίναγμα του σεντονιού. 3. πήδημα, σαλτάρισμα: Μ ένα τίναγμα έπιασε την μπάλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.